Τι σημαίνει Αισθησιοκινητική ανάπτυξη

Πρόκειται για την «αισθησιοκινητική ικανότητα» η οποία αναλύεται στην αισθητηριακή και κινητική ικανότητα, έννοιες οι οποίες κατά βάση είναι αδιαχώριστες και αλληλο - συμπληρώνονται.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι: «Οσο πολύπλευρα το μικρό παιδί ασκεί τις κινητικές του ικανότητες, τόσο καλύτερα λειτουργούν και οι αισθητηριακές του ικανότητες. Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός, ότι όσο βελτιώνονται τα αισθητηριακά ερεθίσματα για το συντονισμό μιας κίνησης, τόσο καλύτερα και αποτελεματικότερα επιτυγχάνεται μια κινητική διαδικασία».
(Kiphard – Motorik I 1979, σελ. 59).
Στατιστικές διαπιστώσεις από την Rachel Ball δείχνουν επίσης, ότι τα βασικά κινητικά πρότυπα και η ολοκλήρωση της πρώιμης στατικής (στάσης) κίνησης του σώματος, αποτελούν την προϋπόθεση για μια πολύ καλή χειροκινητική και γλωσσική απόδοση. (Rachel Ball 1966, in Motorik I 1979, σελ. 60).
Η ίδια συγγραφέας εντόπισε μια πολύ σημαντική συνάφεια μεταξύ των ανωτέρω ικανοτήτων. Η ικανότητα, π.χ. του βρέφους στην ηλικία 8 με 9 μηνών, να μπορεί να κάθεται ελεύθερα από μόνο του στο πάτωμα, φαίνεται ότι αποτελεί και την προϋπόθεση για την έναρξη της γλωσσικής προφοράς των λέξεων π.χ. μαμά – μπαμπά και κατ’επέκταση την έναρξη της ομιλίας.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω γίνεται σαφές, ότι ανάμεσα στην αισθησιοκινητική ανάπτυξη και στην ευφυΐα και κατά συνέπεια στη σχολική απόδοση στη συνέχεια, υπάρχει πολύ στενός συσχετισμός.
Εχει διαπιστωθεί επίσης από έρευνες, ότι παιδιά, που είχαν στη νηπιακή τους ηλικία μια ολοκληρωμένη αισθησιοκινητική ανάπτυξη, έδειχναν μια εξαιρετική νοητική επίδοση στην πρώτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου. Ήταν δηλ. σε θέση να ανταποκριθούν επαρκώς στις απαιτήσεις ενός σχολικού προγράμματος (πρώτη γραφή και ανάγνωση.
Σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με τον Kiphard ο όρος «αισθησιοκινητική» δηλώνει κατά βάση τη Λειτουργική ενότητα της αισθητηριακής Αντίληψης και Δράσης (ενέργειας). (Motorik I, 1979 σελ.192)
Ως λειτουργική ενότητα εννοείται η διαδικασία της εισόδου – εξόδου του ερεθίσματος και της αντίδρασης.

wiki1

Το ανωτέρω Σχήμα μας δίνει μια αρκετά κατατοπιστική εικόνα ως προς τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην αισθητηριακή και κινητική ικανότητα του ανθρώπινου οργανισμού, ως επίσης και στην διαδικασία που ακολουθείται κατά τη λήψη των ερεθισμάτων διαφόρων οργάνων που συμμετέχουν ήδη από την είσοδο των ερεθισμάτων μέχρι την έξοδό τους ως απάντηση – αντίδραση.
(Wikipedia, Sensomotorik, σελ. 1)
Στη βάση των ανωτέρω διαπιστώσεων, ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα άσκησης των αντιλήψεων, επιδρά θετικά στην κινητική και δημιουργική ικανότητα του παιδιού της προσχολικής ηλικίας.
Τέτοια προγράμματα εξάσκησης των αισθήσεων αναπτύχθηκαν από τη Μοντεσσόρι (το μοντεσσοριανό υλικό), τους Kiphard, Mertens κ.α.

2.1 Τα στάδια της αισθησιοκινητικής ανάπτυξης

Ο Πιαζέ διαχωρίζει έξι στοιχειώδη στάδια για τη δόμηση της αισθησιοκινητικής και πρακτικής νοημοσύνης, τις οποίες κάθε παιδί με κανονική νοητική πορεία ακολουθεί με την ίδια διαδικασία.
Παρακάτω περιγράφονται τα στάδια που ακολουθούνται και περιλαμβάνουν τα εξής χρονικά διαστήματα :


1. Δραστηριοποίηση και άσκηση των κληρονομικών αντανακλαστικών (1ος Μήνας)
2. Οι πρώτες αποκτηθείσες συνήθειες ( 2ος - 3ος μήνας)
3. Επανάληψη δραστηριοτήτων που έχουν ενδιαφέροντα αποτελέσματα(4ος–6οςμήνας)
4. Χρήση γνωστών μέσων (δράσεις) για την αντιμετώπιση νέων καταστάσεων (7ος – 11ος μήνας)
5. Ανεύρεση νέων μέσων δια μέσου ενεργού πειραματισμού (12ος -18ος μήνας)
6. Επινόηση νέων μέσων δια μέσου νοητικών συνδυασμών (19ος – 24ος μήνας)
(Παρασκευόπουλος 1985 σελ. 159, Antie Zimmerman 2002 σελ. 43)


Είναι σημαντικό επίσης να ληφθεί υπόψη, ότι οι νοητικές ικανότητες του παιδιού λειτουργούν ολοκληρωμένα μετά από την ηλικία των επτά ετών, εφόσον βέβαια προηγουμένως, οι βάσεις της αισθησιοκινητικής ανάπτυξης έχουν άρτια ολοκληρωθεί.
Ολοκληρωμένη αισθησιοκινητική ανάπτυξη σημαίνει κατόπιν όλων των ανωτέρω, ότι το παιδί μπορεί π.χ. να αντιλαμβάνεται με μεγάλη ακρίβεια σε ποιο μέρος του σώματός του κάποιος το ακουμπά. Τα συναισθήματα για την βαρύτητα και την κινητικότητα του σώματός του είναι κατανοητά. Μπορεί να σταθεί στο ένα του πόδι ή να περπατήσει σε μια στενή δοκό.
Οι περισσότερες από τις αισθήσεις των μυών του και των οστών του έχουν ολοκληρωθεί και η ικανότητά του να προγραμματίζει τις ενέργειές του είναι επαρκής, αν και στα επόμενα χρόνια μπορεί να βελτιωθούν.
Κατανοεί και μιλά τη γλώσσα των γονιών του σε ικανοποιητικό βαθμό, για να εξωτερικεύσει τις ανάγκες του και τα ενδιαφέροντά του.
(Antie Zimmerman 2002, σελ. 36)